Ο “αόρατος εχθρός” ήταν πάντα ορατός

‘Η “Κορονοϊός: η δικαίωση του μικροβιοφοβικού”



Του Κωνσταντίνου Σουλαντίκα*

«Καλώς ήρθατε στον κόσμο μου», θα μπορούσε να είναι ένας ακόμα τίτλος αυτού του κειμένου. Σε κάθε περίπτωση, είναι το θρηνητικό καλωσόρισμα ενός (δήθεν) πάσχοντα από Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή Προσωπικότητας, του (πρώην) μικροβιοφικού, που μου μιλά μέσα από τον… (παρα)μορφωτικό καθρέφτη μιας διαστροφικής πραγματικότητας. Αυτής που έχει αγκιστρωθεί, βάναυσα και οδυνηρά, στα ζωογόνα κύτταρα μας και τα καταστρέφει γοργά ή λίγο λίγο.


Αυτό κάνει ο κορονοϊός. Αυτό κάνει, όμως, ανέκαθεν και ένας άλλος αόρατος ή ορατός εχθρός. «Η Εξουσία φθείρει, καταστρέφει τα ζωογόνα κύτταρα του ανθρώπου», όπως είχε γράψει ο Μάνος Χατζιδάκις. Στο ερώτημα “ποιος εχθρός είναι πιο επικίνδυνος;”, η απάντηση είναι ξεκάθαρη: Αυτός που δολοφονεί εκατομμύρια ανθρώπους κάθε χρόνο, μέσω πολέμων, πείνας, μόλυνσης, άσκησης βίας, πολιτικών αποφάσεων κλπ. Αυτός που σκοτώνει τα όνειρά τους. Αυτός που εξοντώνει το “είναι” τους. Αυτός που ανασκολοπίζει τα μυαλά τους. Αυτός που, για τη διατήρηση του, την επιβολή του και το κέρδος, δεν ορρωδεί προ ουδενός.


Σημαντική παρένθεση, αλλά κλείνει προς το παρόν (περισσότερα εδώ, στο “Μήνυμα από τον Κορονο-Υιό του Θεού”), για να επικεντρωθούμε στον εφήμερο “αόρατο εχθρό”. Αυτόν που ήταν πάντα ορατός στο μυαλό και στα μάτια του μικροβιοφοβικού που μας ανοίγει την καρδιά του (αλλά και κάθε μικροβιοφοβικού, προφανώς). Ας τον ονομάσουμε “K”. Τα καλά νέα γι’ αυτόν είναι ότι ήταν ετοιμοπόλεμος από καιρό. Τα κακά ότι βιώνει τον χειρότερο εφιάλτη του.


«Εάν ο νόμος της έλξης ισχύει, θα μπορούσε να πει κανείς ότι εγώ προκάλεσα αυτήν την κατάσταση. Οι αρνητικές μου σκέψεις και οι εφιάλτες μου έγιναν πραγματικότητα. “Ζούσα” σ’ αυτόν τον κόσμο νοητικά εδώ και πολλά χρόνια και τώρα ζούμε όλοι “εδώ” μαζί μου. Σας καλωσορίζω, λοιπόν, στον κόσμο μου. Σας καλωσορίζω στον “εφιάλτη” μου». Λόγια βουτηγμένα στη θλίψη, τον πόνο, αλλά ίσως και την ενοχή. Για παρηγοριά, δύο ακόμα φράσεις: «Μην ανησυχείτε. Για τους περισσότερος από εσάς θα περάσει ανώδυνα και θα ξεχαστεί, μέχρι την επόμενη κρίση. Για ‘μένα, όμως, θα συνεχίσει να είναι για πάντα εδώ και να με στοιχειώνει».


Πώς μπορεί να είναι τόσο εγωιστής και κυνικός; Οι χιλιάδες νεκροί δεν τον "αγγίζουν", δεν τον στοιχειώνουν; «Φυσικά λυπάμαι. Όπως λυπάμαι και για τους εκατομμύρια νεκρούς κάθε χρόνο από άλλες αιτίες. Λυπάμαι για κάθε θάνατο, για κάθε απώλεια, για κάθε “αντίο”. Λυπάμαι και για τα χαμένα όνειρα, για το καλοκαίρι που θα χαθεί στο κρύο».


“Κρύα” κι αποτυχημένη ποιητική απόπειρα, αλλά τι καλύτερο περίμενε κανείς από έναν ιδεοψυχαναγκαστικό (;), θα πει μέσα μου μια μικροαστική φωνή, που θα χαθεί (μαζί με το καλοκαίρι) στη θέα των δακρύων που “πνίγουν” τα μάτια του “Κ”. Είναι σίγουρα δάκρυα βαθιάς θλίψης για τις απώλειες, για ό,τι ζούμε, μα και γι’ αυτά που έρχονται: «Είναι αδίστακτοι και θα “πατήσουν” πάνω στην πανδημία και τον κίνδυνο για να καταστείλουν κάθε φωνή και μορφή αντίστασης και κάθε ελευθερία. Κι αυτοί αόρατος εχθρός είναι, αλλά πάντα ορατός σε κάποιους, και μάλιστα ακόμα πιο ύπουλος από τον κορονοϊό. Είναι άκρως επικίνδυνοι ιοί για την ανθρωπότητα». Παραληρεί. Ο φόβος τον έχει οδηγήσει στην παράνοια, είναι ξεκάθαρο.


Τα δάκρυα συνεχίζονται, αλλά τώρα φαίνονται να πηγάζουν από πιο εύφορες περιοχές των μύχιων του. Δικαίωση; Νιώθει, άραγε, δικαιωμένος; «Ναι. Δεν είμαι πια “τρελός”, μπορώ επιβεβαιωμένα κι ελεύθερα να φοβάμαι τους ιούς και τα μικρόβια, τα μέτρα προφύλαξης που έπαιρνα έχουν νόημα και με το παραπάνω, δεν είμαι υποχρεωμένος (το αντίθετο) να έχω κοινωνικές επαφές, μπορώ να κλειστώ στο σπίτι κλπ κλπ».


Δυσκολεύομαι να κατανοήσω το ερεβώδες συνειδός του και να ακολουθήσω τη σκέψη του, οπότε του ζητώ να δώσει περισσότερες εξηγήσεις. «Θα σου πω μερικά πράγματα, λίγο ακατάστατα». Ψυχαναγκαστικός και δεν τον ενοχλεί η ακαταστασία (;), σκέφτομαι. Τον αφήνω, όμως, να συνεχίσει: «Έπλενα συνέχεια τα χέρια μου. Δεν τα έβαζα ποτέ στο στόμα μου ή στο πρόσωπο μου όταν ήμουν εκτός σπιτιού. Κυκλοφορούσα πάντα με αντισηπτικά τζελ και μαντηλάκια. Κρατούσα αποστάσεις ασφαλείας από τους άλλους. Αν κάποιος έβηχε ή φτερνιζόταν χωρίς να καλυφθεί, τον θεωρούσα επικίνδυνο και του ζητούσα το λόγο. “Πώς κάνεις έτσι ρε παράξενε ψυχάκια”, μου έλεγε κι αυτός και όλοι γύρω μου. Φυσικά, εγώ πρόσεχα ιδιαίτερα να μην μεταδώσω δικούς μου ιούς και μικρόβια στους άλλους. Αν πήγαινα σε νοσοκομείο, φορούσα μάσκα. Δεν πατούσα μέσα στο σπίτι μου με τα παπούτσια και άλλαζα ρούχα για να καθίσω στον καναπέ. Ήμουν πολύ προσεκτικός όταν έπιανα συσκευασίες προϊόντων κι έκανα απολυμάνσεις. Χρησιμοποιούσα μπόλικο οινόπνευμα, χλωρίνη και προϊόντα καθαρισμού. Το ψωμί που αγόραζα το έβαζα στο φούρνο για να σκοτωθούν τα μικρόβια από τα χέρια που το είχαν πιάσει, αλλά κι από τα γάντια που προηγουμένως είχαν έρθει σε επαφή και με χρήματα. Όταν έπαιρνα καφέ απ’ έξω, πετούσα το καλαμάκι που είχε πιάσει, από την κορυφή συνήθως, ο μπαρίστας ή καφετζής, και το αντικαθιστούσα με δικό μου, καθαρό, συσκευασμένο…».


Τον διακόπτω, γιατί καταλαβαίνω πού το πάει. Ναι τώρα τα κάνουν όλοι αυτά ή πρέπει να τα κάνουν, αλλά αυτό δεν τον δικαιώνει, γιατί προ κορονοϊού δεν υπήρχε κίνδυνος. «Ανόητε δημοσιογραφίσκε, πάντα υπήρχε κίνδυνος. Πόσοι πέθαιναν και πεθαίνουν κάθε χρόνο από μεταδοτικές ασθένειες; Πόσοι από την τόσο κοινή εποχική γρίπη;».


Μα είναι νέος και υγιής. Τι θα πάθαινε; «Παρτάκια κι εγωιστή ανθρωπίσκε, εγώ μπορεί να μην κινδύνευα, αλλά κινδύνευαν άλλοι γύρω μου, οι ηλικιωμένοι, ευπαθείς ομάδες. Ο πατέρας μου, η γιαγιά σου, ο αδερφός μας που έχει πρόβλημα στην καρδιά κλπ. Και στην τελική, γιατί να πάρω το μικρόβιο ενός ανεύθυνου κι ασυνείδητου; Γιατί να αρρωστήσω και να υποφέρω 3-4 μέρες, ακόμα κι αν δεν πάθω τίποτα παραπάνω σοβαρό; Κι αν κολλάει και η ανευθυνότητα και η ανοησία; Δεν είναι αυτά επικίνδυνα; Οι πιο επικίνδυνοι ιοί;».


Αρκετά με τις ασυναρτησίες του και τις προσβολές του. Βάζω τελεία. «Προτού σταματήσεις να με κοιτάζεις στα μάτια, θα σου πω και κάτι ακόμα: Πέρα από τους δύο προαναφερθέντες εχθρούς, υπάρχει κι ένας τρίτος, ίσως ακόμα πιο ύπουλος, γιατί ποτέ κανείς δεν τον αναζητά και δεν τον εντοπίζει. Για να σου δώσω μια βοήθεια, θα σου πω ότι “εξουσία” δεν είναι μόνο ο κάθε -άρχης, ο κυβερνών, ο μπάτσος ή ο καπιταλιστής. Μην αγνοείς το απρόσωπο της εξουσίας. Την εξουσία μέσα στον καθένα μας, στις διαπροσωπικές μας σχέσεις. Κι αυτό είναι ένα μόνο κομμάτι, μεγάλο ωστόσο, από ένα πολύ δύσκολο παζλ που, μαζί με τα υπόλοιπα (κομμάτια) συνθέτουν αυτόν τον μεγάλο μας εχθρό. Ψάξε να τον βρεις. Και μαζί, ψάξε να βρεις ποιο είναι το αντίθετο της εξουσίας και του δεκανικιού της, του Φόβου. Αν μάλιστα τα συνδυάσεις, δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα και κανέναν. Καληνύχτα!».



Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποιος είναι αυτός ο… χείριστος “εχθρός”; «Ο μεγαλύτερος εχθρός σου είναι ο ίδιος ο εαυτός σου!». Και το αντίθετο της εξουσίας και του φόβου; «Είναι η Αγάπη»! Το μυστικό, δηλαδή, είναι να αγαπήσω τον εαυτό μου και να μοιράσω την αγάπη μου στον κόσμο; Μα φοβάμαι να το κάνω. Είναι φαύλος κύκλος. «Τότε είσαι καταδικασμένος. Είστε όλοι καταδικασμένοι».


Σαρδόνιο χαμόγελο, σπάει σε χίλια κομμάτια τα όρια της λανθασμένης μας αντίληψης. Θλίψη μακάβρια, φρίκη αιώνια χαράσσονται στην έκφρασή μου. Μα όχι πένθος. Στο βλέμμα μου καθρεφτίζεται ένα πρόσωπο τόσο αποκρουστικό, μα και τόσο αγαπημένο. Όχι, εχθρέ μου παλιέ, να με σκοτώσεις δεν θα σ’ αφήσω. Θα σε “παλέψω” και θα νικήσω. Θα σε συγχωρήσω, θα σ’ αγαπήσω.







* Ο Κωνσταντίνος Σουλαντίκας είναι δημοσιογράφος. Ο επίλογος του παραπάνω κειμένου αποτελεί -ξανά- απόσπασμα από το ανολοκλήρωτο

δοκιμιακό του μυθιστόρημα

“Εξ-ώδειος Τριλογία”.

295 προβολές

© Artifact Graphic Design

shelter-radio.gr

   Επικοινωνία: 

vrachati@yahoo.com